Η Υπεραγία Θεοτόκος και η μακαρία κοίμηση του π. Αρσενίου του κατάδικου της Σιβηρίας (+1975)

http://russiaofmyheart.wordpress.com

RUSSIA OF MY HEART

hamzaraskolnikov_147906745619

image

Η Υπεραγία Θεοτόκος και η μακαρία κοίμηση

του π. Αρσενίου του κατάδικου της Σιβηρίας (+1975)

Πηγή:

http://www.truthtarget.gr

TRUTH TARGET – ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ

Μετά τούς βασανισμούς στήν ἀνάκρισι, «ὅσο εἶχε τίς αἰσθήσεις του ὁ π. Ἀρσένιος (†1975), προσευχόταν. Καί μολονότι δέν μποροῦσε νά μιλήση ἤ νά κινηθῆ, καταλάβαινε τίς περιποιήσεις καί τά γιατροσόφια τῶν φίλων του.

Κάποια στιγμή, καθώς ἦταν γύρω του ὁ Σαζίκωφ, ὁ Ἀφσένκωφ, ὁ Ἀλέξιος καί ὁ γιατρός Μπαρίς Πετρόβιτς ἔνοιωσε πώς ὅλοι καί ὅλα ἔφευγαν, ξεμάκραιναν, χάνονταν. Ἔγινε ἐλαφρύς, πολύ ἐλαφρύς. Μιά παράξενη ἡσυχία τόν τύλιξε. Ἡ δύσπνοια, ὁ βήχας, ὁ πυρετός, ἡ δυσφορία καί ἡ ἀδυναμία ἐξαφανίσθηκαν. Αἰσθάνθηκε ὑγιής καί σφριγηλός.

Τώρα… ἀπίστευτο!… Στεκόταν κοντά στό ξυλοκρέβατό του κι ἔβλεπε ξαπλωμένον πάνω σ᾽ αὐτό ἕναν κοκαλιάρη, χλωμό, ψαρομάλλη γέροντα, μέ κλεισμένα χείλη καί μισοσφαλισμένα μάτια. Τόν περιεργάσθηκε γιά μερικά δευτερόλεπτα. Καί ξαφνικά, μέ τρόμο καί ἔκπληξι συνειδητοποίησε πώς ἦταν ὁ ἴδιος! Ναί, ἔβλεπε τόν ἑαυτό του ἀπό μακρυά, σάν ἕνα τρίτο ἄνθρωπο, καί ὁλόγυρα τούς φίλους του!

Ὁ θάλαμος, τό στρατόπεδο, οἱ κρατούμενοι, οἱ φύλακες, τά ἄψυχα ἀντικείμενα, ὅλα γίνονταν ἀντιληπτά ἀπό τόν π. Ἀρσένιο μ᾽ ἕναν ἄλλο τρόπο, πιό βαθύ, πιό οὐσιαστικό. Μέσα στήν ἀπέραντη ἠρεμία τήν ὁποία βίωνε, ἀντιλαμβανόταν κάθε κίνησι, καί, μέ μιά ἐξαιρετική θεόσδοτη χάρι, καταλάβαινε ὄχι μόνο ὅσα ἔλεγαν μά καί ὅσα σκέπτονταν οἱ ἄνθρωποι. Καί ὅμως, ἦταν ἤδη τόσο μακρυά τους!

Ἕνα ἀόρατο παραπέτασμα τόν χώριζε πιά ἀπ᾽ αὐτό τόν κόσμο, ἕνα παραπέτασμα πού δέν μποροῦσε νά τό παραμερίση. Μέ φόβο κατάλαβε πώς ἡ ψυχή του εἶχε ἐγκαταλείψει τό σῶμα!…

Ἡ παράγκα ἔφευγε, χανόταν μέσα στό σκοτάδι. Κι ἐκεῖνος προχωροῦσε ἀργά, ἀφήνοντας πίσω του τόν κόσμο τοῦτο καί πλησιάζοντας σ᾽ ἕνα ὑπέρλαμπρο, ἕνα σαγηνευτικό φῶς, πού φαινόταν κάπου μακρυά.

Εἶδε τόν Σαζίκωφ νά φέρνη ἕνα κύπελλο μέ νερό κοντά στά νεκρωμένα χείλη του. Μάταια προσπάθησε νά τοῦ τό ρίξη μέσα στό στόμα. Τό νερό χύθηκε πάνω στό πρόσωπό του καί μούσκεψε τό λιγδιασμένο προσκεφάλι.

Προχωροῦσε. Προχωροῦσε πρός τό φῶς. Μά σέ μιά στιγμή ἔνοιωσε πώς δέν μποροῦσε νά φύγη μακρυά ἀπ᾽ αὐτούς τούς ἀνθρώπους, πού μαζί τους εἶχε μοιρασθῆ τίς πίκρες καί τά βάσανα τῆς φυλακῆς —τόν Ἀλέξιο, τόν Ἀλέξανδρο, τόν Φέντια, τόν Ἰβάν, τόσους καί τόσους. Στάθηκε ὅλος ἀγωνία. Γύρισε πίσω.

Μιά κραυγή ἱκεσίας ξεπήδησε ἀπό τά βάθη τῆς ψυχῆς του:

—Κύριε! Κύριε! Μήν τούς ἐγκαταλείψης! Βοήθησέ τους καί σῶσε τους!
Ἄρχισε νά κλαίη μέ λυγμούς.

—Μητέρα τοῦ Θεοῦ, μήν τούς ἀφήσης!

Ἀπόκρισι δέν ἔπαιρνε καμμιά. Σιωπή, ἀπέραντη σιωπή! Ἔβλεπε μόνο, μέ θεία παραχώρησι, τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων —ἄλλες πυρακτωμένες κι ὁλόφωτες ἀπ᾽ τή φωτιά τῆς πίστεως, ἄλλες σάν φλόγες ἀδύναμες καί τρεμάμενες, ἄλλες σάν μισοσβησμένες σπίθες, ἄλλες μαῦρες κι ὁλοσκότεινες ἀπό τήν ἀπιστία.

Ταράχθηκε.

—Κύριε! Τόσον καιρό ζοῦσα ἀνάμεσά τους, καί δέν μποροῦσα νά δῶ τήν ψυχική τους κατάστασι. Δέν μποροῦσα νά φαντασθῶ ὅτι ὑπῆρχαν ὁλόγυρά μου καί τόσοι ἀγωνιστές τῆς πίστεως, πού βρῆκαν τό φῶς μέσα στό ζοφερό αὐτό σκοτάδι! Πόσο τυφλώθηκα ἀπό τόν ἐγωϊσμό μου, ὥστε νά πιστεύω ὅτι μόνο ἐγώ ἤμουνα κοντά Σου!

Ἡ πίστι ἦταν ζωντανή στίς καρδιές ὄχι μόνο πολλῶν κρατουμένων, ἀλλά καί φυλάκων καί ἐποπτῶν, ἀνθρώπων πού δέν ξεχώριζαν ἀπό τούς ἄλλους, ἀλλά προσπαθοῦσαν κρυφά νά κάνουν τό καλό, νά ὑπηρετοῦν τό Χριστό καί τό συνάνθρωπο.

—Κύριε, ποῦ ἤμουν ὥς τώρα; Πῶς δέν εἶχα καταλάβει τίποτε; Συγχώρεσέ με καί ἐλέησέ με!…

Ξαφνικά βρέθηκε στήν ἔξοδο τοῦ στρατοπέδου. Ἦταν νύκτα καί ὅλοι κοιμόνταν —ὅλοι ἐκτός ἀπό τούς φύλακες, τά σκυλιά καί τούς προβολεῖς.

Αὐθόρμητα στράφηκε καί εὐλόγησε ὁλόκληρη τήν περιοχή. Ὕστερα ἄρχισε νά προσεύχεται γιά ὅσους ἔμεναν ἀκόμα ἐκεῖ.

—Κύριε, πῶς θά τούς ἀφήσω; Τί θ᾽ ἀπογίνουν; Βοήθησέ τους! Μήν τούς στερήσης τό ἔλεός Σου!…

Τό κρύο ἦταν ἀφόρητο, μά ὁ π. Ἀρσένιος δέν τό ἔνοιωθε.

Ἀφοῦ προσευχήθηκε ὥρα πολλή, βγῆκε ἀπό τήν κεντρική πύλη καί βρέθηκε στό δρόμο. Μήτε οἱ φρουροί τόν ἔβλεπαν μήτε τά σκυλιά τόν μυρίζονταν μήτε οἱ προβολεῖς τόν ἐντόπιζαν!

Βαδίζοντας ἥσυχα κι ἀνάλαφρα, τράβηξε πάλι πρός τό δυνατό καί γλυκύτατο ἐκεῖνο φῶς, πού ἔλαμπε στό βάθος τοῦ σκοτεινοῦ ὁρίζοντα.

Πέρασε μέσα ἀπ᾽ τό δάσος, διέσχισε τό χωριό, καί, ἐντελῶς ἀπροσδόκητα, βρέθηκε στήν πόλι, στήν ἐνορία του! Στεκόταν μπροστά στήν ἐκκλησία, ὅπου τόσες φορές εἶχε λειτουργήσει καί τόσους κόπους εἶχε κάνει γιά νά τήν ἀνακαινίση.

—Ἄλλο καί τοῦτο! Κύριε, γιατί ἦλθα ἐδῶ;, μονολόγησε καί μπῆκε συγκλονισμένος στό ναό.

Ἦταν ὅπως πρῶτα, ὅπως τόν εἶχε ἀφήσει, ἀλλά γεμάτος κόσμο, γεμάτος πιστούς μέ πρόσωπα φαιδρά, πού προσεύχονταν κοιτάζοντας τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας, τήν παλαιά θαυματουργή εἰκόνα τῆς Θεοτόκου μέ τή θλιμμένη μορφή καί τό διαπεραστικό βλέμμα.

Ὁ π. Ἀρσένιος προχώρησε. Οἱ πιστοί ἄνοιγαν δρόμο γιά νά περάση. Μπῆκε στό ἱερό καί ἑτοιμάσθηκε γιά τή θεία λειτουργία.

Ὅλο τό ἱερό ἦταν πλημμυρισμένο στό φῶς, ἕνα κατάλευκο, οὐράνιο φῶς. Ὁ π. Ἀρσένιος εἶδε νά βρίσκωνται ἐκεῖ ἀρκετοί γνωστοί του κληρικοί, ὁ ἱερομόναχος Γερμανός, ὁ πρεσβύτερος Ἀμβρόσιος, ὁ διάκονος Πέτρος καί μερικοί ἀκόμα, καθώς καί οἱ ἐπίσκοποι Ἰωνᾶς, Ἀντώνιος, Μπαρίς καί Θεόφιλος, ὁ πνευματικός του πατέρας. Ὅλοι τους τόν κοίταζαν χαρούμενα, χαμογελώντας μέ γλυκύτητα, κανένας, ὅμως, δέν τοῦ μιλοῦσε.

—Κύριε! ψέλλισε ὁ π. Ἀρσένιος. Αὐτοί οἱ λειτουργοί Σου ἔχουν πεθάνει ἀπό καιρό. Καί τώρα βρίσκονται ἐδῶ!… Τί ὡραῖα, πού εἴμασθε ὅλοι μαζί!

Ἄρχισε νά ἱερουργῆ, καί ἡ καρδιά του πήγαινε νά σπάση ἀπό τή χαρά. Ἡ προσευχή τόν εἶχε συναρπάσει.

Ὅταν βγῆκε στήν ὡραία πύλη γιά νά εὐλογήση τό ἐκκλησίασμα, διέκρινε πολλές γνωστές φυσιογνωμίες —παλαιούς ἐνορίτες του, πνευματικά του παιδιά, ἀνθρώπους τούς ὁποίους εἶχε γνωρίσει στά ταξίδια του ἤ στά στρατόπεδα. Τούς ἤξερε ὅλους γιά νεκρούς!

—Παναγία μου, τί γίνεται ἐδῶ πέρα;

Μόλις τελείωσε ἡ λειτουργία, ἔτρεξε κι ἔπεσε μπροστά στήν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου.

—Βασίλισσα τῶν οὐρανῶν!, τήν ἱκέτεψε μέ δάκρυα. Ἔφυγα πιά ἀπό τόν ἐπίγειο καί μάταιο κόσμο. Πρίν παρουσιασθῶ στό φοβερό κριτήριο τοῦ Υἱοῦ σου, μεσίτευσε γιά τή σωτηρία τῆς ἁμαρτωλῆς μου ψυχῆς! Μή μ᾽ ἀφήσης, Δέσποινα! Σέ σένα μόνο ἐλπίζω, ὁ ἐλεεινός καί ἀνάξιος! Βοήθησε, ὅμως, κι αὐτούς τούς βασανισμένους ἀνθρώπους, πού μένουν ἀκόμα στή γῆ! Αὐτούς πού ἔζησαν καί ζοῦν μέσα σέ τόσες δοκιμασίες, τόσο πόνο!…

Ἔκλαιγε καί παρακαλοῦσε. Ὥσπου, ξαφνικά, ἄκουσε μιά φωνή, μιά γυναικεία φωνή, ἁπαλή μά καί ἐπιβλητική συνάμα.

—Δέν ἦλθε ἀκόμα ἡ ὥρα τοῦ θανάτου σου, Ἀρσένιε! Ὁ Κύριος σέ στέλνει νά διακονήσης τά παιδιά μου. Πήγαινε, καί δέν θά σοῦ στερήσω τή βοήθειά μου!

Ὁ π. Ἀρσένιος σήκωσε τά μάτια καί κοίταξε τήν εἰκόνα. Ἡ Παναγία στεκόταν τώρα μπροστά του ὁλοζώντανη! Ἀγκάλιασε τά πόδια της καί κραύγασε:

—Μητέρα τοῦ Θεοῦ, μήν τούς ἀφήσης! Παναγία μου, ἐλέησε κι ἐμένα, τόν ἁμαρτωλό! Ἄς γίνη τό θέλημα τό δικό σου καί τοῦ Κυρίου… Ἀλλά νά, ἐγώ εἶμαι πιά γέρος καί ἀδύναμος. Θά μπορέσω νά διακονήσω τούς ἀνθρώπους, ὅπως ἐσύ, Δέσποινα, τό θέλεις;

—Δέν θά εἶσαι μόνος, Ἀρσένιε! Θά σέ βοηθήσουν καί ἄλλοι δικοί μου ἄνθρωποι. Στίς ψυχές πολλῶν ζῆ ἡ πίστι καί ἡ ἀγάπη, ὅπως σέ ἀξίωσε ὁ Ἰησοῦς νά διαπιστώσης. Μ᾽ αὐτούς θά συνεργασθῆς γιά τό καλό τῆς σκορπισμένης ποίμνης τοῦ Υἱοῦ μου. Πήγαινε, καί θά εἶμαι δίπλα σου παντοτινά!

Ὁ π. Ἀρσένιος ἔνοιωσε τά πανάχραντο χέρι της ν᾽ ἀκουμπάη στοργικά πάνω στό κεφάλι του. Κι ὕστερα ἐξαφανίσθηκε…

Δακρυσμένος σηκώθηκε, ἔβαλε μετάνοια σέ ὅλους ὅσοι ἦταν μέσα στό ναό, καί βγῆκε ἔξω. Ἀνάλαφρα, σάν νά πετοῦσε, τράβηξε γιά τό στρατόπεδο, γιά τήν παράγκα, γιά τούς συντρόφους του, τά πονεμένα παιδιά κι ἀδέλφια τοῦ Χριστοῦ.
Δέν κατάλαβε πότε ἔφθασε. Ἡ πόλι, οἱ παγωμένες ἐκτάσεις, τό χωριό, τό δάσος, ὅλα ἔφευγαν ἀπό δίπλα του μέ ταχύτητα ἀστραπῆς.

Ἀόρατος πέρασε ἀνάμεσα ἀπό τούς φρουρούς καί μπῆκε στό θάλαμο. Εἶδε τό σῶμα του νά βρίσκεται ἀκόμα πάνω στό κρεβάτι. Πλησίασε καί ξάπλωσε.

—Ὅσο πάει καί παγώνει, ἄκουσε κάποιον νά λέη. Πέρασαν ἤδη πέντε ὧρες. Πρέπει νά εἰδοποιήσουμε τή διοίκησι.

—Ὀρφάνεψε ὁ θάλαμος, εἶπε ἕνας ἄλλος. Πολλούς βοήθησε. Ἐμένα μοῦ ἔδειξε μέ τή ζωή του τό Θεό, πού Τόν πολεμοῦσα τόσα χρόνια…

Τή στιγμή ἐκείνη ἀπό τό μισοπαγωμένο στόμα τοῦ π. Ἀρσενίου βγῆκε ἕνας βαθύς ἀναστεναγμός. Τί ἔγινε τότε! Τρόμος, κατάπληξι, φωνές!

—Ἔφευγα γιά τόν οὐράνιο ναό ψέλλισε, μά ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ μ᾽ ἔστειλε πάλι πίσω σ᾽ ἐσᾶς».

Από το Βιβλίο:

Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ

ΑΓΙΟΛΟΓΙΑ

εκδ. Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός

τηλ. 2108220542

Ἀθήνα 2012

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s